χειμών

ὁ χειμών, ῶνος буря, непогода; зима (ср. лат. hiems)

Древнегреческо-русский учебный словарь. - С-П.: "Нотабене". 1997.

Смотреть что такое "χειμών" в других словарях:

  • χειμών — winter masc nom/voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Χείμων — masc nom/voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • χειμῶν' — χειμῶνα , χειμών winter masc acc sg χειμῶνι , χειμών winter masc dat sg χειμῶνε , χειμών winter masc nom/voc/acc dual …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Χείμων' — Χείμωνα , Χείμων masc acc sg Χείμωνι , Χείμων masc dat sg Χείμωνε , Χείμων masc nom/voc/acc dual …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • χειμών — ῶνος, ὁ, ΜΑ βλ. χειμώνας …   Dictionary of Greek

  • χειμῶν — χειμάω pres part act masc voc sg χειμάω pres part act neut nom/voc/acc sg χειμάω pres part act masc nom sg (attic epic ionic) χειμάω pres part act masc nom sg (attic epic doric ionic) χειμάζω winter in fut part act masc voc sg χειμάζω winter in… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • χείμων — χειμάω imperf ind act 3rd pl (homeric ionic) χειμάω imperf ind act 1st sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • χειμῶνα — χειμών winter masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • χειμῶνας — χειμών winter masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • χειμῶνες — χειμών winter masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • χειμῶνι — χειμών winter masc dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.